Ιωάννης Βαρμπομπίτης, Γεώργιος Παπαθεοδωρίδης
Πανεπιστημιακή Γαστρεντερολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Λαϊκό»
Η νόσος του Crohn (ΝC) και η ελκώδης κολίτιδα (ΕΚ) είναι χρόνιες φλεγμονώδεις εντεροπάθειες (ΙΦΝΕ) που έχουν συσχετιστεί αιτιοπαθογενετικά με παθολογική απάντηση του εντερικού βλεννογόνου στο μικροβίωμα του εντέρου.

 

Οι φυτικές ίνες επηρεάζουν το μικροβίωμα μεταβάλλοντας τη μικροβιακή ισορροπία και παράγοντας μεταβολίτες όπως τα βραχέας αλύσου λιπαρά οξέα. Ωστόσο, η επίδραση των φυτικών ινών στη δραστηριότητα της νόσου δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Στην παρούσα προοπτική μελέτη οι Brotherton et al. ανέλυσαν τον κίνδυνο έξαρσης νόσου σε σχέση με την πρόσληψη φυτικών ινών σε 1619 ασθενείς με ΙΦΝΕ (1130 ΝC, 489 ΕΚ) οι οποίοι επιλέχθηκαν από μία μεγάλη διαδικτυακή βάση δεδομένων με πάνω από 14000 ασθενείς με ΙΦΝΕ.

Eπιλέχθηκαν άτομα που κατά την έναρξη της μελέτης ήταν σε ύφεση νόσου, είχαν συμπληρώσει ένα αρχικό ερωτηματολόγιο πάνω σε διατροφικές συνήθειες και συμπλήρωσαν και ένα ερωτηματολόγιο στους 6 μήνες στα πλαίσια της παρακολούθησης. Για καταγραφή των διατροφικών συνηθειών χρησιμοποιήθηκε ένα επικυρωμένο ερωτηματολόγιο 26 ερωτήσεων που το απάντησαν οι ασθενείς από μόνοι τους. Η κατανάλωση φυτικών ινών και σιτηρών κατηγοριοποιήθηκε ποσοτικά σε τεταρτημόρια και δεκατημόρια. Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων βρέθηκε πως οι ασθενείς με μεγαλύτερη διάρκεια νόσου, ιστορικό χειρουργείου ή/και νοσηλείας λόγω ΙΦΝΕ κατανάλωσαν μικρότερη ποσότητα φυτικών ινών. Από την άλλη πλευρά, το ανδρικό φύλο και η ΕΚ συσχετίστηκαν σημαντικά με υψηλότερη κατανάλωση φυτικών ινών. Ο κίνδυνος έξαρσης νόσου διέφερε ανάλογα με τον τύπο της νόσου. Οι ασθενείς με ΝC που βρίσκονταν στο υψηλότερο τεταρτημόριο κατανάλωσης φυτικών ινών (23,6 gr/ημέρα) είχαν σημαντικά λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν έξαρση νόσου σε σχέση με εκείνους στο κατώτερο τεταρτημόριο (10,4 gr/ημέρα) (προσαρμοσμένη αναλογία κινδύνου [OR] 0.58, 95% διάστημα αξιοπιστίας (CI) 0.37-0.90). Η επίδραση ήταν ακόμα μεγαλύτερη όταν συγκρίθηκαν το ανώτερο με το κατώτερο δεκατημόριο (OR 0,37, 95% CI 0,16–0,85), ενώ σημαντικά χαμηλότερος κίνδυνος για έξαρση νόσου παρατηρήθηκε και σε σχέση με μεγαλύτερη κατανάλωση σιτηρών (OR 0,66, 95% CI 0,43–1,01). Συνολικά, οι ασθενείς με NC που ανέφεραν πως δεν απέφευγαν τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες ήταν ?40% λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν έξαρση νόσου σε σχέση με εκείνους που απέφευγαν (OR 0,59, 95% CI 0,43-0,81). Από την άλλη πλευρά, για τους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα δεν διαπιστώθηκε παρόμοια συσχέτιση ανάμεσα στο κατώτερο και ανώτερο τεταρτημόριο (OR 1,82, 95% CI 0,92-3,60) ή στο κατώτερο και ανώτερο δεκατημόριο (OR 4,78, 95% CI 1,05–21,66). Άλλοι παράγοντες που μελετήθηκαν, όπως η ηλικία, το φύλο, το ιστορικό νοσηλείας και χειρουργείου για ΙΦΝΕ ή η διάρκεια νόσου δεν βρέθηκε να σχετίζονται σημαντικά με τον κίνδυνο έξαρσης νόσου.

Συνεπώς, οι συγγραφείς βρήκαν σημαντική διαφορά στον κίνδυνο έξαρσης της νόσου μόνο για τους ασθενείς με ΝC σε σχέση με την κατανάλωση φυτικών ινών. Ωστόσο, η μελέτη αυτή, όπως όλες οι μελέτες, έχει κάποιους περιορισμούς. Οι πληροφορίες για τη διατροφή καταγράφηκαν μέσω ενός σύντομου ερωτηματολογίου, οδηγώντας πιθανόν σε όχι απόλυτα ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την πρόσληψη φυτικών ινών. Έπειτα, δεν καταγράφηκε ο φαινότυπος της νόσου. Έτσι, ασθενείς με στενωτική μορφή της νόσου θα μπορούσαν να είχαν αποφύγει τις φυτικές ίνες από φόβο για πρόκληση συμπτωμάτων, όπως κοιλιακό άλγος και μετεωρισμός με αποτέλεσμα εξάρσεις νόσου σε αυτούς τους ασθενείς να έχουν ενδεχομένως εσφαλμένα αποδοθεί στην αποφυγή φυτικών ινών. Επίσης, παραμένουν ερωτήματα σχετικά με το αν η ανευρεθείσα συσχέτιση ανάμεσα στην περιορισμένη πρόσληψη φυτικών ινών και την αυξημένη δραστηριότητα νόσου αναπαριστά μια αιτιολογική σχέση. Ακόμη περαιτέρω, αν δεχτούμε πως υπάρχει αιτιολογική σχέση δεν είναι σαφές το ποιο είναι το αίτιο και το ποιο το αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, ασθενείς με περισσότερο επιθετική μορφή νόσου θα μπορούσαν να είχαν αποφύγει τη διατροφή με φυτικές ίνες λόγω φόβου για έναρξη/επιδείνωση συμπτωμάτων.

Συμπερασματικά, η μελέτη αυτή δείχνει όφελος ως προς την έξαρση νόσου σε ασθενείς με ΝC που δεν περιορίζουν την πρόσληψη φυτικών ινών. Σε προηγούμενη συστηματική ανασκόπηση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων μελετών δεν είχε φανεί ευεργετική επίδραση από την ελεύθερη φυτικών ινών διατροφή. Ωστόσο, κοινό σημείο με τις προηγούμενες μελέτες είναι πως η ελεύθερη σε φυτικές ίνες δίαιτα, τουλάχιστον σε ασθενείς χωρίς στενωτική μορφή ΝC, είναι ασφαλής και ενδεχομένως μπορεί να προσφέρει κάποιο όφελος. Ασφαλώς, η διατροφή είναι ένας τομέας που χρήζει περισσότερης έρευνας καθώς μοιάζει απίθανο μια συγκεκριμένη διατροφή να μπορεί να επηρεάσει με τον ίδιο τρόπο όλους τους φαινότυπους ΙΦΝΕ.